ἐχέτλιον

ἐχέτλ-ιον, τό,
A hold of a ship, Nic. Th.825.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εχέτλιον — ἐχέτλιον, τὸ (Α) [εχέτλη] 1. το άντλον* (ή άντλος*) τού πλοίου, δηλ. το εσωτερικό κοίλο τού πλοίου, όπου συρρέει το θαλάσσιο νερό που εισέρχεται από τις ρωγμές 2. συνεκδ. το νερό που συγκεντρώνεται στον πυθμένα τού πλοίου …   Dictionary of Greek

  • ἐχέτλιον — hold neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχετλίου — ἐχέτλιον hold neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.